Jul 20, 2017 Last Updated 2:27 PM, Jul 20, 2017
Μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη έδωσε ο δημοσιογράφος- συγγραφέας και επί πολλά χρόνια Γλυφαδιώτης Στέφανος Δάνδολος στο ilov.gr. Μιλάει για το νέο του βιβλίο και όχι μόνο. Αναδημοσιεύουμε τα όσα είπε:    
 
Ο Στέφανος Δάνδολος είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο δε χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Από τις διευθυντικές επάλξεις της εφημερίδας «Βραδυνή» βρέθηκε στα ράφια μας το 1996 με το μυθιστόρημα «Οι υπνοβάτες του Σεπτέμβρη» κι έκτοτε τα κοσμεί με κάθε νέο βιβλίο που μας χαρίζει.
 
Αν κουβαλά πολλούς τίτλους και διακρίσεις στο ενεργητικό του, ο ίδιος είναι προσγειωμένος, ευχάριστα επικοινωνιακός κι αντιμετωπίζει τις επιτυχίες του σαν μια επιβράβευση της δουλειάς του. Αυτή την περίοδο εργάζεται πυρετωδώς για το νέο του βιβλίο που θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 2016. 
 
 
Λένε πως τους συγγραφείς διακατέχει μια αλαζονεία. Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με αυτό;
 
 
Γενικά, όσο πιο σπουδαίος είναι κάποιος τόσο πιο προσηνής και δεκτικός. Στην περίπτωση των συγγραφέων, αλαζόνες είναι μάλλον εκείνοι που βαθιά μέσα τους αισθάνονται απογοητευμένοι. Ο καλλιτέχνης που νιώθει ότι έχει πετύχει τους στόχους του, που είναι ικανοποιημένος από τον εαυτό του και από την αποδοχή της δουλειάς του, δεν έχει κανέναν λόγο να είναι αλαζόνας. Τουλάχιστον αυτό λέει η εμπειρία μου. Οι δήθεν που σνομπάρουν και καλά τυχαίνει να είναι πάντα οι πιο ασήμαντοι.
 
Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ξεκινήσετε να γράφετε;
 
 
Δεν μπορώ να πω ότι ήταν κάτι συγκεκριμένο. Ήταν όλα. Από πολύ μικρός η ζωή έβγαζε πολύ περισσότερο νόημα όταν αράδιαζα λέξεις στο χαρτί. Υποθέτω πως γεννήθηκα για να γράφω.
 
Αφήνετε ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα προτού κυκλοφορήσετε το επόμενο βιβλίο. Γιατί; Νιώθετε πως η ολοκλήρωση ενός έργου σας στερεύει από ενέργεια προσωρινά ή είναι ένα αναγκαίο διάλειμμα για να καθαρίσει το μυαλό και να συλλάβει το επόμενο εγχείρημα;
 
 
Και τα δύο. Αλλά και υπάρχουν και άλλα. Καταρχάς, το είδος των βιβλίων που θέλω να γράφω τα τελευταία χρόνια απαιτούν εκτεταμένη ιστορική έρευνα και αυτό από μόνο του παίρνει χρόνο. Και δεν αναφέρομαι μονάχα στα ιστορικά γεγονότα αλλά και στις  ασήμαντες λεπτομέρειες. Εάν δηλαδή η ιστορία μου εκτυλίσσεται το 1886 δεν μπορώ να γράψω ότι το πόμολο της πόρτας ήταν πλαστικό. Έπειτα, κάτι έχει συμβεί στη σχέση μου με το γράψιμο από τις αρχές αυτής της δεκαετίας. Ενώ δουλεύω με τους ίδιους ρυθμούς όπως και παλιότερα, προχωράω πολύ πιο αργά. Προσπαθώντας να αποφεύγω κλισέ, οι ιδέες έρχονται πιο δύσκολα. Εν κατακλείδι, θεωρώ πως το να γράψεις ένα βιβλίο είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο και μπορεί κανείς να το κάνει μέσα σε τρεις μήνες. Το ζητούμενο είναι να γράψεις ένα βιβλίο για το οποίο είσαι περήφανος. Να γιατί κάνω τον χρόνο σύμμαχό μου.
 
Υπάρχει μια μόδα τα τελευταία χρόνια με τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Μπορεί να διδαχθεί η τέχνη της συγγραφής ή είναι απλά μια κερδοφόρα, επιχειρηματική πατέντα που εκμεταλλεύεται την εμμονή των wannabe συγγραφέων να εκδοθούν;
 
 
Η τέχνη της συγγραφής διδάσκεται με το διάβασμα. Θέλεις να γράψεις; Διάβασε. Μελέτησε συγγραφείς, ρεύματα, ιδέες, είδη. Εκεί θα ανακαλύψεις όλες τις τεχνικές που χρειάζεσαι και εάν είσαι τυχερός θα κατασταλάξεις στην δική σου αυθεντική φωνή. Τα σοβαρά εργαστήρια δημιουργικής γραφής είναι ένας χώρος ερεθισμάτων όπου η λογοτεχνία γίνεται κάτι το διαδραστικό, οπότε αξίζουν τον κόπο. Ναι, έχετε δίκιο, δεν θα άνθιζαν στις μέρες μας εάν χιλιάδες άνθρωποι δεν ονειρεύονταν να γίνουν συγγραφείς. Αλλά το λιγότερο, προσφέρουν μια ωραία ενασχόληση, συζητήσεις γύρω από την λογοτεχνία, αναγνώσεις βιβλίων, σχολιασμούς. Και ποτέ σου να μην δημοσιεύσεις, θα έχεις ανακαλύψει κάτι.
 
Το 2004 χαρακτηριστήκατε από τον μεγάλο Παύλο Μάτεσι ως ο σημαντικότερος συγγραφέας της γενιάς σας και το 2009 τιμηθήκατε με το βραβείο Μπότση. Μεγάλη τιμή και βαρύς τίτλος. Σας δημιούργησε άγχος αυτό;
 
 
Όχι. Διότι ουδέποτε παρερμήνευσα την σημασία ενός τίτλου. Είναι σπουδαίο να αναγνωρίζεται η δουλειά σου, αλλά δεν είναι το κίνητρο που με κινεί να κάνω αυτό που κάνω. Σε κάποιους αρέσεις, κάποιοι άλλοι δεν σε αντέχουν. Σέβομαι και τους μεν και τους δε, δεν επηρεάζομαι ούτε από τους μεν ούτε από τους δε. Οπότε, άγχος σε καμία περίπτωση. Ασυνείδητα, ίσως λίγο περισσότερη αυτοπεποίθηση.  
 
Έχοντας διαβάσει τα βιβλία σας, παρατηρώ πως κάθε μυθιστόρημά σας είναι τελείως διαφορετικό απʾ το προηγούμενο. Πόσο δύσκολο είναι να πειραματίζεστε κάθε φορά με νέα είδη;
 
 
Είναι δύσκολο, αλλά αυτή είναι και η ομορφιά. Τι πιο δημιουργικό από το στοίχημα που θα βάλεις με τον εαυτό σου; Θέλεις να γράψεις μια ιστορία που θα διαβαστεί, και θα ταξιδέψει τον αναγνώστη, αλλά πρώτα απ' όλα θέλεις να ταξιδέψεις εσύ ο ίδιος. Τι ενδιαφέρον έχει να επαναλαμβάνεις τα ίδια μοτίβα, τις ίδιες θεματικές, τα ίδια σχεδόν λόγια μέσα από άλλες ιστορίες;
 
Έχετε ένα βιβλίο στα σκαριά. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό.
 
 
Είναι η δική μου "Άννα Καρένινα". Με τη διαφορά βεβαίως ότι δεν έχω το ταλέντο του Ντοστογιέφσκι. Είναι ένα μυθιστόρημα βικτωριανών αποχρώσεων για την Ελλάδα του 19ου αιώνα, τον έρωτα, τη θέση των γυναικών, την πολιτική, τον Τρικούπη, την ανατομία ενός γάμου, τη μοίρα δύο παράνομων εραστών, τα δάνεια των ξένων, τα σκοτεινά παιχνίδια της διπλωματίας. Είναι ένα βιβλίο για το πάθος και το δικαίωμα στην ελπίδα. Και ίσως συμπυκνώνει όσα τελικά θα μπορούσα να πω ποτέ σε ένα και μόνο βιβλίο.
 
Μπαίνετε στο τριπάκι να δώσετε στον κόσμο ένα βιβλίο που να «πουλάει» όπως πολλοί συνάδελφοί σας;
 
 
Εάν σας έλεγα ότι δεν με ενδιαφέρει πόσο πουλάω, θα ήμουν ψεύτης. Αλλά δεν κάθομαι να σκεφτώ, θα γράψω τώρα αυτή την σκηνή επειδή τέτοιου είδους σκηνές πουλάνε. Γενικά νομίζω υπάρχει μια παρανόηση. Οι συγγραφείς δεν είναι χομπίστες που γράφουν επειδή δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν. Και είναι λάθος να μπερδεύουμε την εμπορική λογοτεχνία με την κακή λογοτεχνία. Στην εμπορική λογοτεχνία ανήκει και ο Κεν Φόλετ, τον οποίο λατρεύω. Εμπορικός ήταν πάντα και ο Τζον Λε Καρέ, και γράφει αριστουργήματα. Ο Ντένις Λιχέιν, η Τζύλιαν Φλιν, ο Τζορτζ Μάρτιν γράφουν το ένα μπεστ-σέλερ μετά το άλλο και είναι εξίσου ενδιαφέροντες -αν και για διαφορετικούς λόγους- με τον Καζούο Ισιγκούρο, τον Μακ Γιούαν, τον Ρούσντι, την Χίλαρι Μαντέλ. Οι πραγματικά σπουδαίοι συγγραφείς δεν γράφουν για να πουλήσουν, γράφουν όμως για να διαβαστούν. Και αυτό είναι μια υγιής συνθήκη.
 
Αν κι είστε ένας αναγνωρίσιμος συγγραφέας δε σας βλέπουμε να φιγουράρετε σε τηλεοπτικές εκπομπές. Τις σνομπάρετε ή απλά δεν έτυχε;
 
 
Προσπαθώ να είμαι λίγο επιλεκτικός γιατί δεν θέλω να επιβαρύνω τον κόσμο με ακατάσχετη φλυαρία. Ούτως ή άλλως, ό,τι έχω να πω το λέω μέσα από τα γραπτά μου. Υπάρχει πάντα η αρθρογραφία. Όταν έχω καινούργιο βιβλίο στην αγορά, δεν λέω ποτέ όχι στις προσκλήσεις. Αλλά γενικά ακολουθώ έναν κανόνα που μου δίδαξε κάποτε ο Φρέντι Γερμανός, ένας μεγάλος γνώστης της τηλεόρασης. Μου είχε πει, "Μην συνηθίσεις ποτέ να μιλάς για όλα. Μόνο για κάποια".
 
Λένε πως η παιδεία της σημερινής νεολαίας σέρνεται στα πατώματα. Πως δε διαβάζει βιβλία και το μόνο που την νοιάζει είναι αν το μαλλί έστρωσε καλά. Ποια είναι η θέση σας;
 
 
Δεν συμφωνώ. Υπάρχουν τα παιδιά που διαβάζουν και τα παιδιά που ασχολούνται μόνο με το κινητό τους. Προχθές μου έλεγε ένας σπουδαστής μου -δεν είναι παρά δεκαεννέα, είκοσι χρονών- ότι τελείωσε το "Όνομα του Ρόδου" και πιάνει τους "Αθλίους".
 
Στον χώρο σας υπάρχουν αρκετοί ψευτοκουλτουριάρηδες. Πόσο δύσκολο είναι να τα βγάζετε πέρα μαζί τους;
 
 
Δεν έχω τέτοια προβλήματα. Το σύμπαν μου αποτελείται μόνο από την οικογένειά μου και λίγους καλούς φίλους.
 
 
 
(Συνέντευξη από την Έλενα Φλώρου για το ilov.gr)
 

Ροή Ειδήσεων

Prev Next

Find Us on Facebook